solutions and tips

Καλώς ήρθατε στο solutions forum!

Παρακαλούμε πατήστε "Σύνδεση" και εισάγεται το user name και password για να συνδεθείτε!


Αν δεν έχετε λογαριασμό, πατήστε "Εγγραφή" για να δημιουργήσετε λογαριασμό!

Γειά σας, Σας ενημερώνουμε πως απο το 2017 έχουμε δημιουργήσει ένα νεο blog. Ένα blog για την Υγεία ,Οικογένεια, Σχέσεις,Διατροφή,Δίαιτα, Διαπαιδαγώγηση,Ψυχολογία, Παράξενα-Ανεξήγητα και πολλά άλλα... Δείτε το.... Δεν χρειάζεται εγγραφή! https://uhfnews.blogspot.gr/

Λαϊκές εκφράσεις και από πού προέρχονται

Μοιραστείτε
avatar
drd7
Super Moderator
Super Moderator

Αριθμός μηνυμάτων : 52
Ηλικία : 40

Λαϊκές εκφράσεις και από πού προέρχονται

Δημοσίευση από drd7 Την / Το Τετ 17 Νοε 2010 - 10:02

ΧΡΩΣΤΑΕΙ ΤΙΣ ΜΙΧΑΛΟΥΣ..Η λαϊκή έκφραση συνδέεται με τη μετεπαναστατική ζωή στο Ναύπλιο, πρωτεύουσα τότε της Ελλάδας. Συγκεκριμένα, μετά την επανάσταση του 21 υπήρχε στο Ναύπλιο μια ταβέρνα που ανήκε σε μια γυναίκα, τη Μιχαλού.
Η Μιχαλού είχε το προτέρημα να κάνει «βερεσέδια» αλλά υπό προθεσμία. Μόλις εξαντλείτο η προθεσμία - και η υπομονή της - στόλιζε τους χρεώστες της με «κοσμητικότατα» επίθετα. Όσοι τα άκουγαν, ήξεραν καλά ότι αυτός που δέχεται τις «περιποιήσεις» της «χρωστάει της Μιχαλούς».

ΕΦΑΓΑ ΧΥΛΟΠΙΤΑ..Γύρω στα 1815 υπήρχε κάποιος κομπογιαννίτης, ο Παρθένης Νένιμος, ο οποίος ισχυριζόταν πως είχε βρει το φάρμακο για τους βαρύτατα ερωτευμένους. Επρόκειτο για ένα παρασκεύασμα από σιταρένιο χυλό ψημένο στο φούρνο. Όσοι λοιπόν αγαπούσαν χωρίς ανταπόκριση, θα έλυναν το πρόβλημά τους τρώγοντας αυτή τη θαυματουργή πίτα - και μάλιστα επί τρεις ημέρες, κάθε πρωί, τελείως νηστικοί.

ΜΥΡΙΖΩ ΤΑ ΝΥΧΙΑ ΜΟΥ..Η φράση προέρχεται από την αρχαία τελετουργική συνήθεια, κατά την οποία οι ιέρειες των μαντείων βουτούσαν τα δάχτυλά τους σ' ένα υγρό με βάση το δαφνέλαιο, τις αναθυμιάσεις του οποίου εισέπνεαν καθώς τα έφερναν κατόπιν κοντά στη μύτη τους και μ' αυτό τον τρόπο έπεφταν σ' ένα είδος καταληψίας κατά την οποία προμάντευαν τα μελλούμενα.


ΤΡΩΕΙ ΤΑ ΝΥΧΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΚΑΒΓΑ..Ένα από τα αγαπημένα θεάματα των Ρωμαίων και αργότερα των Βυζαντινών, ήταν η
ελεύθερη πάλη.
Οι περισσότεροι από τους παλαιστές, ήταν σκλάβοι, που έβγαιναν από το στίβο με την ελπίδα να νικήσουν και να απελευθερωθούν. Στην ελεύθερη αυτή πάλη επιτρέπονταν τα πάντα γροθιές, κλωτσιές, κουτουλιές, ακόμη και το πνίξιμο.
Το μόνο που απαγορευόταν αυστηρά ήταν οι γρατζουνιές. Ο παλαιστής έπρεπε να νικήσει τον αντίπαλό του, χωρίς να του προξενήσει την παραμικρή αμυχή με τα νύχια, πράγμα , βέβαια, δυσκολότατο.
Γιατί τα νύχια των δυστυχισμένων σκλάβων, που έμεναν συνέχεια μέσα στα κάτεργα, ήταν τεράστια και σκληρά από τις βαριές δουλειές που έκαναν.
Γι' αυτό λίγο προτού βγουν στο στίβο, άρχιζαν να τα κόβουν, όπως μπορούσαν, με τα δόντια τους. Από το γεγονός αυτό βγήκε κι η φράση «τρώει τα νύχια του για καβγά».


ΜΑΛΛΙΑΣΕ Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ..Στη βυζαντινή εποχή υπήρχαν διάφορες τιμωρίες, ανάλογες, βέβαια, με το παράπτωμα. Όταν π.χ. ένας έλεγε πολλά, δηλαδή έλεγε λόγια που δεν έπρεπε να ειπωθούν, τότε τον τιμωρούσαν με έναν τρομερό τρόπο. Του έδιναν ένα ειδικό χόρτο που ήταν υποχρεωμένος με το μάσημα να το κάνει πολτό μέσα στο στόμα του. Το χόρτο, όμως, αυτό ήταν αγκαθωτό, στυφό και αρκετά σκληρό, τόσο που κατά το μάσημα στο στόμα του πρηζόταν και η γλώσσα, το ελατήριο δηλαδή της τιμωρίας του, άνοιγε, μάτωνε και γινόταν ίνες-ίνες, κλωστές-κλωστές, δηλαδή, όπως είναι τα μαλλιά. Από την απάνθρωπη τιμωρία βγήκε και η παροιμιώδης φράση : "μάλλιασε η γλώσσα μου", που τις λέμε μέχρι σήμερα, όταν προσπαθούμε με τα λόγια μας να πείσουμε κάποιον για κάτι και του το λέμε πολλές φορές.


ΜΟΥ ΕΦΥΓΕ ΤΟ ΚΑΦΑΣΙ..Στα Τούρκικα καφάς θα πει κεφάλι, κρανίο. Όταν, λοιπόν, η καρπαζιά, που έριξαν σε κάποιον είναι δυνατή λέμε :" του έφυγε το καφάσι", δηλαδή, του έφυγε το κεφάλι από τη δύναμη του κτυπήματος. Το ίδιο και όταν αντιληφθούμε κάτι σπουδαίο, λέμε :"μου έφυγε το καφάσι" , δηλαδή, μου έφυγε το κεφάλι από τη σπουδαιότητα

ΤΟΥΜΠΕΚΙ..«Τουμπεκί » λέγεται τουρκικά ο καπνός για τον αργιλέ, που τον κάπνιζαν στα διάφορα καφενεία της παλιάς εποχής. Τον αργιλέ τον ετοίμαζαν οι «ταμπήδες» των καφενείων και επειδή αυτοί έπιαναν την κουβέντα κι αργούσαμε τον πάνε στον πελάτη, εκείνος με τη σειρά του φώναζε: «κάνε τουμπεκί ». Όσοι κάπνισαν ναργιλέ ήταν και από φυσικού τους λιγομίλητοι και δεν τους άρεσε η «πάρλα», οι φλυαρίες. Με τις ώρες κρατούσαν στα χείλη τους το «μαρκούτσι» του ναργιλέ, απολαμβάνοντας μακάρια και σιωπηλά το τουμπεκί, που σιγόκαιγε στο λούλα. Και αν κάνεις, που κι αυτός κάπνιζε ναργιλέ δίπλα του, άνοιγε πλατιά κουβέντα, οι μερακλήδες της παρέας του έλεγαν: « Κάνε τουμπεκί», δηλαδή, κάπνιζε και μη μιλάς. Τώρα για το « ψιλοκομμένο » τουμπεκί, ήταν η τέχνη του «ταμπή» να του το προσφέρει ψιλοκομμένο, που ήταν και καλύτερο.
avatar
EtsiApla
Useful member
Useful member

Αριθμός μηνυμάτων : 25
Ηλικία : 35
Πόλη : Arta

Απ: Λαϊκές εκφράσεις και από πού προέρχονται

Δημοσίευση από EtsiApla Την / Το Τετ 17 Νοε 2010 - 10:43

Λίγα ακόμη απο εμένα!

“Σαρδάμ”

Σαρδάμ είναι το μπέρδεμα των συλλαβών, κατά την ώρα που μιλούν οι ηθοποιοί, οι εκφωνητές του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης, αλλά και κάθε ομιλητής. Η λέξη δεν έχει ετυμολογική ρίζα, αλλά προέρχεται από τον αναγραμματισμό του επιθέτου Μάνδρας. Ο Αχιλλέας Μάνδρας, ηθοποιός – σκηνοθέτης, γεννήθηκε το 1875 στην Κωνσταντινούπολη και ήταν ο πρώτος που γύρισε η ελληνική κινηματογραφική ταινία. Επειδή έκανε πολλά μπερδέματα την ώρα που έπαιζε, σκέφθηκε να τα ονοματίσει. Έτσι αναγραμμάτισε το επώνυμό του και μας έδωσε μια καινούρια λέξη. Την καλλιτεχνική λέξη «Σαρδάμ».


“Τα κρέμασε στον κόκορα”

Οι αρχαίοι είχαν και αυτοί τα τυχερά τους παιχνίδια. Και ζάρια έπαιζαν και κότσια, αλλά και κοκορομαχίες (αλεκτρυονομαχίαι) διοργάνωναν. Όπως ακριβώς και σήμερα σε διάφορα κράτη, έβαζαν δύο γυμνασμένους κοκόρους να μαλώσουν και άρχιζαν τα στοιχήματα, ποιός κόκορας θα νικούσε. Τα στοιχήματα φαίνεται πως άρεσαν στους αρχαίους. Έτσι, πάνω στους κοκόρους στοιχηματίζοντας, κρεμούσαν πολλές φορές περιουσίες. Στον κόκορα κρεμούσαν τα χρήματά τους και όπως συμβαίνει συνήθως με τους παίχτες, τα έχαναν. Από τα αρχαία, λοιπόν, χρόνια και από τις κοκορομαχίες, μας έμεινε και η φράση « τα κρέμασε στον κόκορα », που λέμε μέχρι και σήμερα με την ίδια σημασία.


“Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά”

Οι Ενετοί, που άλλοτε κυριαρχούσαν στις θάλασσες, εγκαινίασαν πρώτοι τα ιστιοφόρα μεταγωγικά, όταν ήθελαν να μεταφέρουν το στρατό τους. Τα καράβια αυτά ήταν ξύλινα και πελώρια και είχαν σχήμα αχλαδιού. Έσερναν δε τις περισσότερες φορές πίσω τους ένα μικρό καραβάκι, που έβαζαν μέσα τον οπλισμό και τα πολεμοφόδια, όπως ακόμα τρόφιμα και διάφορα πολεμικά σύνεργα. Οι Έλληνες τα είχαν βαφτίσει αχλάδες από το σχήμα τους. Έτσι όταν καμιά φορά στο πέλαγος παρουσιαζότανε κανένα άγνωστο καράβι, οι νησιώτες ( βιγλάτορες) ανέβαιναν πάνω στους βράχους και απ’ εκεί παρακολουθούσαν με αγωνία τις κινήσεις του. Αν ήταν απλώς ιστιοφόρο, δεν ανησυχούσαν τόσο, γιατί υπήρχε πιθανότης να συνεχίσει αλλού τον δρόμο του. Αν όμως ήταν “Αχλάδα” τους έπιανε πανικός, γιατί καταλάβαιναν ότι σε λίγο θ’ άρχιζαν μάχες, πολιορκίες, πείνες και θάνατοι. Έφευγαν τότε για να πάνε να ετοιμάσουν την άμυνα τους. Από στόμα σε στόμα κυκλοφορούσε η φήμη ότι η “Αχλάδα” έχει πίσω την ουρά. Με την ουρά εννοούσαν το καραβάκι που έσερνε το μεταγωγικό. Άρα επίθεση. Και έλεγαν: “Πίσω έχει η Αχλάδα την ουρά”, τι θα γίνει;.

“Πράσσειν άλογα”

Όταν κάποιος σε μία συζήτηση μας λέει πράγματα με τα οποία διαφωνούμε ή μας ακούγονται παράλογα, συνηθίζουμε να λέμε: “Μα τί είναι αυτά που μου λες? Αυτά είναι αηδίες και πράσσειν άλογα!”.Το “πράσσειν άλογα” λοιπόν, δεν είνα πράσινα άλογα όπως πιστεύει πολύς κόσμος, όπως τα μικρά μου πόνυ, αλλά αρχαία ελληνική έκφραση.
Προέρχεται εκ του ενεργητικού απαρέμφατου του ρήματος “πράττω” ή/και “πράσσω” (τα δύο τ, αντικαθίστανται στα αρχαία και από δύο σ), που είναι το “πράττειν” ή/και “πράσσειν” και του “άλογο” που είναι ουσιαστικά το ουσιαστικό “λόγος”=λογική (σε μία από τις έννοιες του) με το α στερητικό μπροστά.. Α-λογο=παράλογο =>Πράσσειν άλογα, το να κάνει κανείς παράλογα πράγματα..
avatar
mouse
Useful member
Useful member

Αριθμός μηνυμάτων : 39
Ηλικία : 30
Πόλη : perama

Απ: Λαϊκές εκφράσεις και από πού προέρχονται

Δημοσίευση από mouse Την / Το Τετ 17 Νοε 2010 - 10:47

Οριστε και μερικα απο εμενα!!! Smile

Κάποιος φούρνος θα γκρέμισε
Παλαιότερα, τα σπίτια ενός χωριού μετριόντουσαν με τους…φούρνους τους. Οι χωρικοί, δηλαδή, δεν έλεγαν ότι «το χωριό μου έχει τόσα σπίτια» αλλά «τόσους φούρνους», επειδή κάθε σπίτι είχε και το δικό του φούρνο, για να ψήνει το ψωμί του.

Είναι γνωστό και το ανέκδοτο του Κολοκοτρώνη με τον Άγγλο φιλέλληνα Κνόου. Ο τελευταίος, που μιλούσε αρκετά καλά τη γλώσσα μας και θαύμαζε το Γέρο για την τόλμη και την εξυπνάδα του, τον ρώτησε κάποτε, αν το χωριό που γεννήθηκε ήταν μεγάλο.
- Όχι και τόσο, αποκρίθηκε ο Κολοκοτρώνης. Δεν πιστεύω να έχει παραπάνω από εκατό φούρνους…
Ο Άγγλος, που δεν ήξερε ότι με το «φούρνος» εννοούσε «σπίτι», τον κοίταξε ξαφνιασμένος.
- Και δεν είσαι ευχαριστημένος, στρατηγέ; τον ρώτησε. Εμένα το δικό μου χωριό δεν έχει περισσότερους από δυο φούρνους!
- Βρε τον κακομοίρη! είπε τότε ο Κολοκοτρώνης. Και πώς ζεις σε τέτοια μοναξιά;
Όταν λοιπόν στα χωριά αυτά πέθαινε κανένας νοικοκύρης, οι φίλοι του έλεγαν: «Ο φούρνος του μπάρμπα Νότη γκρέμισε», εννοώντας ότι με το θάνατο το αρχηγού της οικογένειας, το σπίτι του γκρέμιζε, χανόταν.

Από τη μεταφορική λοιπόν αυτή φράση, βγήκε η έκφραση «Κάποιος φούρνος γκρέμισε», ή «Κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε» που τη λέμε σήμερα, άγνωστο γιατί, όταν μας επισκέπτεται κάποιος, που έχουμε να δούμε πολύ καιρό.

Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου
Η παροιμιώδης αυτή έκφραση, οφείλεται σε έναν Κρητικό, που ονομάζονταν Παντελής Αστραπογιαννάκης.

Όταν οι Ενετοί κυρίευσαν τη Μεγαλόνησο, αυτός πήρε τα βουνά μαζί με μερικούς τολμηρούς συμπατριώτες του. Από εκεί κατέβαιναν τις νύχτες και χτυπούσαν τους κατακτητές μέσα στα κάστρα τους.

Για να δίνει, ωστόσο, κουράγιο στους νησιώτες, τους υποσχόταν ότι θα ελευθέρωναν γρήγορα την Κρήτη.

Με το σήμερα, όμως, και με το αύριο, ο καιρός περνούσε και η κατάσταση του νησιού αντί να καλυτερεύει, χειροτέρευε.

Οι Κρητικοί άρχισαν ν’ απελπίζονται. Μα ο Αστραπογιαννάκης δεν έχανε το θάρρος του, εξακολουθούσε να τους δίνει ελπίδες για σύντομη απελευθέρωση. Οι συμπατριώτες του, όμως, δεν τα πίστευαν πια. Όταν, λοιπόν, το ασύγκριτο εκείνο παλικάρι πήγαινε να τους μιλήσει, όλοι μαζί του έλεγαν: «Ξέρουμε τι θα πεις. Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μoυ!».

Έτσι προέκυψε και η αντίστοιχη παροιμιώδης φράση, η οποία υποδηλώνει μια κατάσταση, συνήθως ανεπιθύμητη, η οποία παραμένει αμετάβλητη.

Αλλουνού παπά ευαγγέλιο
Αυτή τη φράση την παίρνουμε από μια Κεφαλλονίτικη ιστορία.
Κάποιος παπάς σε ένα χωριουδάκι της Κεφαλλονιάς, αγράμματος, πήγε να λειτουργήσει σ’ένα άλλο χωριό, γιατί ο παπάς του χωριού είχε αρρωστήσει για πολύν καιρό.

Ο παπάς όμως, στο δικό του ευαγγέλιο, μια και ήταν αγράμματος, είχε βάλει δικά του σημάδια κι έτσι κατάφερνε να το λέει.

Εδώ όμως, στο ξένο ευαγγέλιο, δεν υπήρχαν τα σημάδια, γιατί ο παπάς αυτού του χωριού δεν τα είχε ανάγκη, μια και ήταν μορφωμένος.
Άρχισε, λοιπόν, ο καλός μας να λέει το ευαγγέλιο που λέγεται την Κυριακή του Ασώτου.

Τότε κάποιος από το εκκλησίασμα του φώναξε, «Τί μας ψέλνεις εκεί παπά; Αυτό δεν είναι το σημερινό ευαγγέλιο!…».

«Εμ, τι να κάνω;», απάντησε αυτός, που κατάλαβε το λάθος του και προσπάθησε να το «μπαλώσει» όπως όπως.
«Αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο…».
Από τότε έμεινε αυτή η παροιμιώδης φράση, με την οποία εννοούμε ότι κάτι είναι άσχετο με κάτι άλλο, ή ότι κάποιος είναι αναρμόδιος για κάποιο θέμα

Αλλού ο παπάς , αλλού τα ράσα
Ήταν μια φορά ένας παπάς που είχε ένα κτηματάκι μακριά από την ενορία του και πήγαινε μόνος του και το όργωνε. Όταν πήγαινε, λοιπόν, και άρχιζε το όργωμα, άφηνε τα ράσα του στην εκκλησία, για να μη σκονιστούν, φόραγε τα ρούχα τα παλιά του και πήγαινε στο κτήμα. Όταν τελείωνε τη δουλειά στο κτήμα, γύριζε στην εκκλησία και ξανάβαζε τα ράσα του. Οι ενορίτες που έβλεπαν να κρέμονται τα ράσα στο στασίδι, έλεγαν: «αλλού ο παπάς και αλλού τα ράσα του».
avatar
mouse
Useful member
Useful member

Αριθμός μηνυμάτων : 39
Ηλικία : 30
Πόλη : perama

Απ: Λαϊκές εκφράσεις και από πού προέρχονται

Δημοσίευση από mouse Την / Το Τετ 17 Νοε 2010 - 10:53

Να και αλλες!!! Very Happy bounce

Κάνει την πάπια
Στη βυζαντινή εποχή, αυτός που κρατούσε τα κλειδιά του παλατιού, ο κλειδοκράτορας δηλαδή, ονομάζονταν Παπίας. (Ο Παπίας με τα του Εταιριάρχου αυτοπροσώπως ήνοιγον και έκλειον απάσας τάς εις το παλάτιον εισόδους). Τώρα για ποιο λόγο τον έλεγαν έτσι, για μένα παραμένει άγνωστο. Ωστόσο με τον καιρό, το όνομα αυτό έγινε τιμητικός τίτλος, που δινόταν σε διάφορους έμπιστους αυλικούς.


Σιγά τον πολυέλαιο
Σε πολλά μοναστήρια και εκκλησίες της πατρίδας μας, αυτή η συνήθεια επικρατεί ακόμα και σήμερα, στις μεγάλες γιορτές και πιο συγκεκριμένα κατά τη δοξολογία, αφού άναβε ο καντηλανάφτης τους πολυελαίους, να τους κινεί, τον ένα από την Ανατολή στη Δύση και τον άλλο από Βορρά προς Νότο, έτσι που να σχηματίζεται το σημείο του Σταυρού. Έτσι παρουσιαζόταν με περισσότερη λαμπρότητα ο διάκοσμος της εκκλησίας. Πολλές φορές αυτή, η κίνηση δεν ήταν ομαλή και κινδύνευαν να σβήσουν τα φώτα, του έλεγαν: - Σιγά τον πολυέλαιο, γιατί θα σβήσουν τα φώτα.

Κι αν είσαι και παπάς, με την αράδα σου θα πας
Μια φράση που την έλεγε, και τη λέμε και εμείς σήμερα, ο γέρος του Μωριά Θ. Κολοκοτρώνης κυρίως, στους μύλους και στις βρύσες, που περίμεναν ο καθένας με τη σειρά του να αλέσει ή να πάρει με το σταμνί του νερό. Όταν έβλεπαν κανέναν παπά που δεν ήθελε να τηρήσει τη σειρά, του έλεγαν αυτή τη φράση.
avatar
mairoula
Expert member
Expert member

Αριθμός μηνυμάτων : 59
Ηλικία : 32
Πόλη : patra

Απ: Λαϊκές εκφράσεις και από πού προέρχονται

Δημοσίευση από mairoula Την / Το Τετ 17 Νοε 2010 - 10:55

Κατά φωνή κι ο γάιδαρος
Από τα αρχαία χρόνια, οι άνθρωποι αγαπούσαν αυτό το ζώο, όχι μόνο για την υπομονή, αλλά και την αντοχή του στη δουλειά. Η ιστορία αυτής της φράσης έχει να κάνει με τον Φωκίωνα που ετοιμαζόταν να επιτεθεί στους Μακεδόνες του Φιλίππου, αλλά δεν ήταν και τόσο βέβαιος για το αποτέλεσμα, επειδή οι στρατιώτες του ήταν λίγοι. Τότε αποφάσισε, από ότι έχουμε διαβάσει, να αναβάλει για λίγες μέρες την επίθεση του, ώσπου να του στείλουν τις επικουρίες, που του είχαν υποσχεθεί οι Αθηναίοι. Πάνω, όμως, που ήταν έτοιμος να διατάξει υποχώρηση, άκουσε ξαφνικά τη φωνή ενός γαϊδάρου στο στρατόπεδο του:
- Κατά φωνή κι ο γάιδαρος... είπε τότε.

Θα πούμε το ψωμί ψωμάκι
Μόνο ένας πόλεμος θα μας άφηνε μια τέτοια φράση. Και πράγματι σε μια εποχή πολέμου που η Ελλάδα είχε αποκλεισθεί από τους συμμάχους και δεν είχε ούτε ψωμί να φάει ο κόσμος κι έβλεπαν ότι κρατάει ο αποκλεισμός, οι κάτοικοι της χώρας μας έλεγαν θα πούμε το ψωμί ψωμάκι.
Και από τότε η φράση αυτή έμεινε παροιμιακή.

ΑΥΓΑ ΣΟΥ ΚΑΘΑΡΙΖΟΥΝ...;
Τη λέμε δε, όταν βλέπουμε κάποιον να γελά χωρίς λόγο και αφορμή. Μια φορά το χρόνο, οι Ρωμαίοι γιόρταζαν -για να τιμήσουν την Αφροδίτη και το Διόνυσο- μ' έναν πολύ τρελό και παράξενο τρόπο: Κάθε 15 Μαΐου, έβγαινε ο λαός στις πλατείες και άρχιζε τον «πετροπόλεμο» με. αυγά μελάτα! Χιλιάδες αυγά ξοδεύονταν εκείνη την ημέρα για διασκέδαση κι ο κόσμος γελούσε ξεφρενιασμένα. Τα γέλια αυτά εξακολουθούσαν για βδομάδες ολόκληρες. Στη γιορτή αυτή δεν έπαιρναν μέρος μονάχα οι πολίτες, που ήταν κατώτερης κοινωνικής θέσης, αλλά και ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι, στρατηγοί, άρχοντες, Ρωμαίες δεσποινίδες και αυτοκράτορες καμιά φορά. π. χ. ο «αυγοπόλεμος» ήταν μια από τις μεγάλες αδυναμίες του Νέρωνα, που πετούσε αυγά στους αξιωματικούς και τους ακόλουθους των ανακτόρων του, χωρίς να είναι η μέρα της γιορτής των αυγών. Στο Βυζάντιο φαίνεται πως η γιορτή έγινε της μόδας, για πολύ λίγο διάστημα όμως. Σε πολλά βυζαντινά κείμενα, αναφέρεται συχνά, αλλά μόνο με δύο - τρία λόγια. Έτσι από το περίεργο αυτό έθιμο - που η αιτία του χάνεται στα βάθη των αιώνων - έμεινε η ερωτηματική φράση: «αυγά σου καθαρίζουνε;».

ΤΟΥ ΗΡΘΕ ΚΟΥΤΙ...
Όταν μετά τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα άρχισε να παίρνει μια συγκεκριμένη μορφή η κοσμική ζωή στον τόπο μας και να διοργανώνονται οι πρώτες κοσμικές συγκεντρώσεις, παράλληλα με τις γραφικές δεξιώσεις των ανακτόρων, γεννήθηκε, όπως ήταν φυσικό, το ζήτημα των αμφιέσεων. Υπήρχαν, βέβαια, και εδώ μοδίστρες και ράφτες πεπειραμένοι, αλλά για την κατασκευή ελληνικών στολών, με τα πολύχρωμα και πολύπλοκα κεντήματα και στολίδια.Οι φραγκοράφτες, δηλαδή οι ράφτες που έραβαν σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, φάνηκαν λίγο αργότερα. Αλλά, όπως ήταν φυσικό, οι προτιμήσεις άρχισαν να προσαρμόζονται με τον καιρό στις δυτικές αντιλήψεις περί κομψότητας. Οι παριζιάνικες τουαλέτες και τα λονδρέζικα φιγουρίνια για τους άντρες, άρχισαν να γίνονται πρότυπα για να τα μιμηθούν οι κομψευόμενοι Αθηναίοι και επειδή δεν μπορούσαν να εμπιστευθούν τα ακριβά υφάσματα στις Αθηναίες μοδίστρες, οι πιο πλούσιοι έκαναν τις παραγγελίες τους στην Ευρώπη. Έτσι, ένα ωραίο πρωί έφθαναν ραμμένα ρούχα από το Παρίσι και το Λονδίνο, μέσα σ' ένα πολυτελέστατο κουτί. Φυσικά, σκεφθείτε το πώς περίμενε καθένας, όταν μάλιστα πλησίαζε κανένας ανακτορικός χορός. Θα φτάσει ή δε θα φτάσει έγκαιρα το κουτί; Όλα, όμως, πήγαιναν θαυμάσια, όταν η Ευρώπη έδινε το παρόν στην ώρα της. Τότε γι' αυτόν που το περίμενε του «ερχόταν κουτί» και, μάλιστα, αυτά που του ήρθαν και χωρίς πρόβα, τον έκαναν ή την έκαναν «του κουτιού».

Very Happy Rolling Eyes
avatar
Admin
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 163
Ηλικία : 40

Απ: Λαϊκές εκφράσεις και από πού προέρχονται

Δημοσίευση από Admin Την / Το Τετ 17 Νοε 2010 - 10:57

ΑΛΛΟΣ ΠΛΗΡΩΣΕ ΤΗ ΝΥΦΗ...
Στην παλιά Αθήνα του 1843, επρόκειτο να συγγενέψουν με γάμο δύο αρχοντικές οικογένειες: Του Γιώργη Φλαμή και του Σωτήρη Ταλιάνη. Ο Φλάμης είχε το κορίτσι και ο Ταλιάνης το αγόρι. Η εκκλησία, που θα γινόταν το μυστήριο, ήταν η Αγία Ειρήνη της Πλάκας. Η ώρα του γάμου είχε φτάσει και στην εκκλησία συγκεντρώθηκαν ο γαμπρός, οι συγγενείς και οι φίλοι τους. Μόνο η νύφη έλειπε. Τι είχε συμβεί; Απλούστατα. Η κοπέλα, που δεν αγαπούσε το νεαρό Ταλιάνη, προτίμησε ν' ακολουθήσει τον εκλεκτό της καρδιάς της, που της πρότεινε να την απαγάγει. Ο γαμπρός άναψε από την προσβολή, κυνήγησε την άπιστη να την σκοτώσει, αλλά δεν κατόρθωσε να την ανακαλύψει. Γύρισε στο σπίτι του παρ' ολίγο πεθερού του και του ζήτησε τα δώρα που είχε κάνει στην κόρη του. Κάποιος όρος όμως στο προικοσύμφωνο έλεγε πως οτιδήποτε κι αν συνέβαινε προ ή μετά το γάμο μεταξύ γαμπρού και νύφης "δε θα ξαναρχούτο τση καντοχή ουδενός οι μπλούσιες πραμάτιες και τα τζοβαΐρια όπου ανταλλάξασι οι αρρεβωνιασμένοι". Φαίνεται δηλαδή, ότι ο πονηρός γερο - Φλαμής ήξερε από πριν, τι επρόκειτο να συμβεί γι' αυτό έβαλε εκείνο τον όρο. Κι έτσι πλήρωσε ο φουκαράς ο Ταλιάνης τα δώρα του άλλου. Από τότε οι παλαιοί Αθηναίοι, όταν γινόταν καμιά αδικία σε βάρος κάποιου, έλεγαν ότι "άλλος πλήρωσε τη νύφη".

ΚΡΑΤΑΕΙ ΦΑΝΑΡΙ...
Λέμε για κάποιον, που με τη θέλησή του βοηθάει έναν άλλον, συνήθως φίλο του ή γνωστό του, σε ερωτοδουλειά. Παρουσιάζονται τρεις εκδοχές. Η πρώτη εκδοχή λέει πως, όταν μια προξενήτρα στις Κυκλάδες πηγαίνει για προξενιό, φοράει κάλτσες διαφορετικές στο χρώμα, μια κόκκινη και μια άσπρη και κρατάει ένα αναμμένο λυχνάρι. Η δεύτερη αναφέρεται στα παλιά τα χρόνια, που οι δούλοι συνόδευαν πάντα τη νύχτα τ' αφεντικά τους, πηγαίνοντας μπροστά. Κατά την Τρίτη στα Δωδεκάνησα μετά τα "προξενιά ", που κανονιζόντουσαν όλες οι λεπτομέρειες του γάμου, γινόταν το μπάσιμο. Το βράδυ οι συγγενείς και οι φίλοι του γαμπρού ξεκινούσαν για της νύφης κρατώντας φανάρια, καθώς και ένα μαστραπά με το μέλι.

ΓΙΑ ΨΥΛΛΟΥ ΠΗΔΗΜΑ...
Από τον πρώτο αιώνα η επικοινωνία των Ρωμαίων με τον ασιατικό κόσμο, είχε σαν αποτέλεσμα την εισαγωγή πληθώρας γελοίων και εξευτελιστικών δεισιδαιμονιών, που κατέκλυσαν όλες τις επαρχίες της Ιταλίας. Εκείνοι που φοβόντουσαν το μάτιασμα, καταφεύγανε στις μάγισσες, για να τους ξορκίσουν μ' ένα πολύ περίεργο τρόπο: Οι μάγισσες αυτές είχαν μερικούς γυμνασμένους ψύλλους, που πηδούσαν γύρω από ένα πιάτο νερό. Αν ο ψύλλος έπεφτε μέσα και πνιγόταν, τότε αυτός που τον μάτιασε ήταν εχθρός. Αν συνέβαινε το αντίθετο- αν δεν πνιγόταν δηλαδή- τότε το μάτιασμα ήταν από φίλο, πράγμα που θα περνούσε γρήγορα. Κάποτε μια μάγισσα υπέδειξε σ' έναν πελάτη της ένα τέτοιο εχθρό με τ' όνομα του. Εκείνος πήγε, τον βρήκε και τον σκότωσε. Έτσι άρχισε μια φοβερή "βεντέτα"ανάμεσα σε δύο οικογένειες, που κράτησε πολλά χρόνια. Ωστόσο, από το δραματικό αυτό επεισόδιο, που το προξένησε μια ανόητη πρόληψη, βγήκε και έμεινε παροιμιακή η φράση: "Για ψύλλου πήδημα".

ΑΛΑΜΠΟΥΡΝΕΖΙΚΑ...
Ακαταλαβίστικα, σε ακατάληπτη γλώσσα. Αβέβαιη η εξήγηση - ετυμολογία της. Ίσως πρόκειται για δυο λέξεις (αλά Μπουρνέζικα) - όπως λέμε αλά Γαλλικά- δηλ. στη διάλεκτο της φυλής Μπουρνού, που ζει σε μια περιοχή του Σουδάν, η οποία για τους περισσότερους είναι ακατανόητη... Κατ' άλλη άποψη, ο αρχικός τύπος της λέξης, που στη συνέχεια παρεφθάρη, ήταν αλιβορνέζικα, δηλ. πράγματα θαυμαστά και ασυνήθιστα που προέρχονται από το Λιβόρνο της Ιταλίας. Σύμφωνα με μια τρίτη εκδοχή, η λέξη σχηματίστηκε από το ιταλικό alla burla, που σημαίνει στ' αστεία. Εκείνος πήγε, τον βρήκε και τον σκότωσε. Έτσι άρχισε μια φοβερή «βεντέτα» ανάμεσα σε δύο οικογένειες, που κράτησε για πολλά χρόνια. Ωστόσο, από το δραματικό αυτό επεισόδιο, που το προξένησε μια ανόητη πρόληψη, βγήκε και έμεινε παροιμιακή η φράση: "Για ψύλλου πήδημα".

ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΟΛΟΥ ΚΑΛΤΣΑ...
Στον μεσαίωνα η μαύρη μαγεία, έπαιζε τον πρώτο ρόλο. Όταν γεννιόνταν ένα παιδί, οι γονείς του καλούσαν μυστικά το μάγο ή τη μάγισσα, για να κάνουν τα ξόρκια τους, ώστε το νεογέννητο να γίνει τυχερό. Αν ήθελαν να γίνει και έξυπνο, ο μάγος έπαιρνε τα πόδια του παιδιού και τα έβαζε σε μια μαύρη κάλτσα, που ήταν δήθεν, καμωμένη από τις τρίχες του σατανά. Ύστερα άρχιζε να λέει διάφορα ξόρκια, που τα διάβαζε μέσα από μια παμπάλαιη Σολωμονική. Από αυτό έμεινε και η φράση: "είναι κάλτσα του διαβόλου".

ΕΜΕΙΝΕ ΣΤΟ ΡΑΦΙ...
Στην Βυζαντινή εποχή υπήρχε μια συνήθεια, που σώζεται ακόμη σε πολλά μέρη της Ελλάδας , τα παλιά οικογενειακά κειμήλια, να τοποθετούνται σε ράφια για στολισμό. Από τη συνήθεια αυτή προήλθε και η φράση: "αυτή έμεινε στο ράφι"... δηλαδή έχει γεράσει τόσο πολύ, ώστε μπορεί να τοποθετηθεί στο ράφι μαζί με τα παλιά οικογενειακά αντικείμενα.


    Η τρέχουσα ημερομηνία/ώρα είναι Σαβ 20 Οκτ 2018 - 16:05